Ακούστε Ζωντανά!

Ακούστε Ζωντανά!

Ακούστε Ζωντανά!

Ἡ ἀναμαρτησία τῆς Παναγίας – Γέρων Ἐφραίμ Βατοπαιδινός

«Ὡς ἔμψυχῳ Θεοῦ κιβωτῷ, ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμύητων», ψάλλουμε στήν ἐνάτη ὠδή πολλῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν. Πράγματι τό μυστήριο περί τοῦ προσώπου καί τῆς ζωῆς τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ βιβλίο «κατεσφραγισμένον σφραγίσιν ἑπτά»1 γιά τούς ἀμύητους, τούς μή ἔχοντας τήν ἀποκάλυψη, τήν θεία Χάρη. Μυστήριο ἀληθινό καί τολμηρό, θεῖο καί ἀνθρώπινο· ἀνέγγικτο ἀπό τόν χοϊκό ἄνθρωπο. Πῶς μπορεῖ κάποιος νά νοήσει τά ὑψηλότερα, τά περί τῆς Θεοτόκου, ἀφοῦ δέν ἔχει πεῖρα οὔτε τῶν κατωτέρων; Πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἔχει καθαρισθεῖ ἀπό τά πάθη νά ὁμιλεῖ μέ αὐθεντία περί θεώσεως;

Στά εὐαγγέλια ἀποσιωπᾶται ἡ ζωή τῆς Παναγίας Παρθένου καί μόνο λίγα μάς ἀποκαλύπτονται. Πολλά ὅμως ἄλλα, ὅπως καί τήν σημασία καί ἔννοια τῶν εὐαγγελικῶν ἀναφορῶν, τά διδάσκει τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας· τά ἀποκαλύπτει πολλές φορές ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος στούς πιστούς δούλους Της, στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Θά ἤθελα νά ἐπιστήσω τήν προσοχή σας, ἀλλά καί νά ζητήσω τίς προσευχές σας, γιά νά προχωρήσουμε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ἀνάπτυξη τοῦ τόσο λεπτοῦ καί σημαντικοῦ αὐτοῦ θέματος, πού ἅπτεται τοῦ προσώπου τῆς Παναγίας μας, ἄλλα ἔχει σχέση καί μέ τήν δική μας πνευματική ζωή.

Ἐξ ἀρχῆς ἡ Ἐκκλησία δέν ἐπιχείρησε νά διατυπώσει ἰδιαίτερα δόγματα γιά τήν Παναγία. Δόγματα διατύπωσε μόνο γιά τόν Τριαδικό Θεό (Τριαδικό δόγμα) καί τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο (Χριστολογικό δόγμα). Ἡ δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν Παναγία διατυπώθηκε βαθμηδόν σέ ἄμεση σχέση μέ τήν Χριστολογία. Μόνο ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία διατύπωσε ἰδιαίτερα δόγματα γιά τήν Παναγία (ἀσπόρου συλλήψεως, ἐνσωμάτου μεταστάσεως). Ἔτσι ὁ Μέγας Βασίλειος μέσα στήν προοπτική τῆς ἀρχαίας Πατερικῆς Παραδόσεως, ἀπευθυνόμενος πρός αὐτούς ποῦ ἀμφισβητοῦσαν τήν μετά τόκον παρθενία τῆς Θεοτόκου, μετατόπιζε τήν σπουδαιότητα τοῦ θέματος στήν παρθενική Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, καί ἔλεγε ὅτι ἡ παρθενία ἦταν ἀναγκαῖα ὡς τήν ἐνανθρώπηση, γιά τό ὕστερα ἄς μήν εἴμαστε περίεργοι λόγῳ τοῦ μυστηρίου ποῦ περικλείεται2.

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας πού ἡ διδασκαλία του γιά τόν ὅρο «Θεοτόκος» θεμελιώθηκε ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο3 καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀποτελοῦν δύο βασικούς σταθμούς στήν ἀνάπτυξη τῆς δογματικῆς διδασκαλίας γιά τήν Παναγία. Γενικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἀπό τήν Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ὕστερα ἡ ἀφομοίωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας γιά τήν Θεοτόκο ἦταν πολύ ἀργῇ.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τόν 14ο αἰῶνα, πού χαρακτηρίστηκε ὡς αἰῶνας τοῦ χριστιανικοῦ ἀνθρωπισμοῦ γιά τό Βυζάντιο, σέ ἀντίθεση μέ τούς προγενεστέρους Πατέρες ἦταν ἴσως ὅ πρῶτος, πού τόνισε τήν ἀνθρωπολογική σπουδαιότητα τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου, χωρίς βέβαια νά ἀγνοεῖ τήν Χριστολογική σπουδαιότητά της ἤ νά παύει νά τήν προϋποθέτει. Μίλησε ἐκτενῶς γιά τό πρόσωπο καί τήν ἀσκητική ζωή τῆς Παρθένου! Τήν παρουσίασε ὡς ἠσυχάστρια μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων καί τήν πρόβαλε ὡς πρότυπο πνευματικῆς τελειώσεως4. Αὐτός ἀπέδειξε ὅτι πρώτη ἡ Παναγία εἶδε τόν ἀναστάντα Χριστό. Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο αὕτη ἦταν ἡ μόνη «κυρίως φερωνύμως παρθένος»· εἶχε ἀποκτήσει τήν τελεία ἁγνεία, ἦταν παρθένος στό σῶμα καί τήν ψυχή καί δέν μποροῦσε νά ἀγγίξει κάποιος μολυσμός οὔτε τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος της οὔτε τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς της5.

Τήν γραμμή αὐτήν τοῦ Παλαμᾶ ἀκολούθησε καί ὁ σχεδόν σύγχρονος του ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αὐτός γράφει ὅτι «προξενεῖ ἔκπληξη ὄχι μόνο στούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί σέ αὐτούς τούς ἀγγέλους, τό πῶς, ἐνῶ ἡ Παρθένος ἦταν μόνο ἄνθρωπος καί δέν εἶχε τίποτε περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, μπόρεσε νά διαφύγει, μόνη αὑτή, τήν κοινή ἀρρώστια (δηλ. τήν ἁμαρτία)»6. Αὕτη ἦταν ἡ «πρώτη καί μόνη της ἁμαρτία καθάπαξ ἀπηλλαγμένη»7.

Ἀκολουθεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, ὁ ὁποίος κάνοντας μία συνθετική θεολογία μέ βάση ὅλους τους προγενέστερους Πατέρες διακηρύττει: «Ἄν καθ’ ὑπόθεσιν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καί τά λοιπά κτίσματα ἤθελον γείνη κακά, μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτον ἱκανή νά εὐχαρίστηση τόν Θεόν» καί ὅτι «ὅλος ὁ νοητός καί αἰσθητός κόσμος ἔγεινε διά τό τέλος τοῦτο, ἤτοι διά τήν Κυρίαν Θεοτόκον, καί πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἔγεινε διά τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν»8. Στήν δέ ἑρμηνεία του Εἰς τήν θ’ ὠδήν τῆς Θεοτόκου Μαρίας γράφει ὅτι «ἡ Θεοτόκος ἦταν ἀνωτέρα κάθε προαιρετικοῦ ἁμαρτήματος συγγνωστοῦ τέ καί θανάσιμου, μέχρι καί προσβολῆς αὐτῆς πονηροῦ λογισμοῦ»9.

Τελευταῖο σταθμό ἀποτελεῖ ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, πού μαρτυρεῖ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ὅτι «ἡ Θεομήτωρ οὐδέποτε ἥμαρτεν, οὐδέ διά σκέψεως»10.

Ὁ Χριστός δέν ἁμάρτησε, γιατί ὡς θεία Ὑπόσταση δέν μποροῦσε νά ἁμαρτήσει. Εἶχε τήν ἀπόλυτη καί κατά φύσει ἀναμαρτησία. Τό «οὐδείς ἀναμάρτητος, εἰ μή ὁ Θεός»11 ἀναφέρεται σέ αὐτήν τήν κατά φύσει ἀναμαρτησία τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί φυσικά τοῦ Χριστοῦ ὡς δευτέρου προσώπου Της. Ἡ Θεοτόκος δέν ἁμάρτησε, ἄν καί μποροῦσε νά ἁμαρτήσει. Δέν ἦταν ἀναμάρτητη κατά φύσει ἀλλά κατά θέληση.

Ἡ Παναγία εἶχε πραγματική, τελεία καί ὄχι σχετική12 ἀναμαρτησία στά ἔργα, στούς λόγους καί στούς λογισμούς της. Οὔτε «βρισκόταν σέ ὕφεση ἡ ἁμαρτία στήν Θεοτόκο»13, οὔτε ἡ ἀπαλλαγή της ἀπό τήν ἁμαρτία ἔγινε μετά τήν Πεντηκοστή ἤ ἔστω μετά τόν Εὐαγγελισμό14. Ἐπιπλέον δέν ἀρκεῖ νά ὁμολογεῖ κάποιος ὅτι ἡ ἁμαρτία ὑπῆρχε σέ Αὐτήν δυνάμει καί ὄχι ἐνεργείᾳ, χωρίς νά ἐπεξηγεῖται αὐτό τό «δυνάμει» ὡς ἀνενέργητο στίς πράξεις, τούς λόγους καί τούς λογισμούς.15 Ἀκόμη καί αὐτή ἡ «κατά Χάριν ἀναμαρτησία»16 εἶναι ἀποδεκτή μέ τήν προϋπόθεση ὅτι μέ τήν συνεργεῖα τῆς θείας Χάριτος ἡ Θεοτόκος παρέμεινε ἀναμάρτητη ἀπό τήν γέννηση της ὡς καί τήν κοίμηση της, καί ὄχι ὅτι «ἡ ἀκαταγώνιστος (irresistibilis) Χάρις» ἐπέβαλλε τήν ἀναμαρτησία μετά τόν Εὐαγγελισμό. Αὐτά προβάλλουν πολλοί σύγχρονοι «ἡμέτεροι» θεολόγοι πού ἀπαντοῦν στίς Ρωμαιοκαθολικές δοξασίες γιά τήν Θεοτόκο μέ προτεσταντίζουσα θεολογία. Ἄν οἱ παλαιοί ἀλλά καί οἱ σύγχρονοι αἱρετικοί ἀμφισβητοῦν τήν ἀναμαρτησία τοῦ Χριστοῦ17, πόσο μᾶλλον τῆς Θεοτόκου;

Δέν μπορεῖ μέ τήν ἀντίρρηση καί τήν διανοητική θεολόγηση νά ἀνατραπεῖ κάποια αἱρετική δοξασία, ἀλλά μόνο μέ τήν ἐμπειρική γνώση τῆς ὀρθόδοξης Πατερικῆς θεολογίας. Ἀκραιφνής ἐκφραστής τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτός πού ἔχει ἀναπτυγμένη στό ἔπακρο τήν νοερά καί τήν λογική του ἐνέργεια18, αὐτός πού ἔχει ἀποκτήσει δογματική συνείδηση. Αὐτή κατά τόν μακάριο Γέροντα Σωφρόνιο «εἶναι καταστάλαγμα μακροχρονίου πείρας τῆς Χάριτος, οὐχί δέ διανοητικῆς ἐργασίας»19. «Εἶναι ἡ βαθεῖα ζωή τοῦ πνεύματος, καί οὐχί ἡ ἀφηρημένη γνῶσις», πού ἀφομοιώνεται μετά ἀπό παρέλευση πολλῶν ἐτῶν ἐναλλαγῆς πνευματικῶν καταστάσεων ἐπισκέψεως καί ἄρσεως τῆς Χάριτος20.

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι «ἀειπάρθενος». Δηλαδή παρθένος πρό τοῦ τόκου, ἐν τῷ τόκῳ καί μετά τόν τόκον. Αὐτή ἡ παρθενία δέν ἔγκειται μόνο στήν σωματική της καθαρότητα, ἀλλά κυρίως στήν ψυχική. Διότι «ἡ παρθενία ὡς ἁπλή βιολογική κατάσταση δέν ἔχει καμμία θεολογική ἤ σωτηριολογική σπουδαιότητα»21. Δηλαδή τό «ἀειπάρθενον» τῆς Θεοτόκου ταυτίζεται μέ τήν τελεία καθαρότητα, τήν ἀναμαρτησία22. Ἀναμαρτησία πρό τοῦ τόκου, ἐν τῷ τόκῳ καί μετά τόν τόκον. Ἡ ἀναμαρτησία της δέν προέρχεται ἀπό ἄσπιλη σύλληψη της (Conceptio Immaculata)23, ὅπως κακῶς δογμάτισε ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία μέ τόν πάπα Πίο Θ’ τό 1854, ἀλλά ἀπό τήν ἐλεύθερη προσωπική της ἀποστροφή πρός τήν ἁμαρτία.

Ἡ Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως ἐν τῇ νηδύι τῆς Ἄννας ἐξ Ἰωακείμ». Τό ὅτι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ὅτι ὁ τρόπος τῆς συλλήψεως ἦταν ἁγνός καί ἀνήδονος. Γιά νά εἶχε ὅμως ἡ Παρθένος ἄσπιλη σύλληψη, ἔπρεπε νά εἶχε γεννηθεῖ παρθενικῶς ὅπως καί ὁ Χριστός24. Ἡ Πανάμωμος Παρθένος εἶναι ἡ μόνη ἀπό τό ἀνθρώπινο γένος πού διατήρησε ἀμόλυντο καί φωτεινό τό «κατ’ εἰκόνα». Μέ τήν ἀγαθή προαίρεση καί τήν ἄσκηση Της ἐργαζόταν ἐν ἐλευθερίᾳ ὅλες τίς θεοειδείς ἀρετές σέ μέγιστο βαθμό. Μόνο στήν Παρθένο ἔχουμε πλήρη ἁρμονία φύσεως καί ὑποστάσεως. Ἔχουμε ἕνωση τῆς γνώμης, τῆς προαιρέσεως μέ τόν λόγο τῆς φύσεως, ὁπότε κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή γίνεται «ἡ τοῦ Θεοῦ πρός τήν φῦσιν καταλλαγή»25. Τό θέλημα της ταυτιζόταν ἐντελῶς μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶχε δώσει ὅλη τήν προαίρεση της στόν Θεό.

Γι’ αὐτό μποροῦσε νά πεῖ μέ μεγαλειώδη ταπείνωση στόν Εὐαγγελισμό της: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτο μοί κατά τό ρῆμα σου»26. Ὅταν τῆς ἐξηγήθηκε ὅτι ἡ σύλληψη θά γίνει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ στήν παρθενική μήτρα της, τότε συμφώνησε, ἀποδέχτηκε τήν ἄρρητη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. Μόνο κάποιος πού θά εἶχε πραγματοποιήσει βίο πανάμωμο καί ἀμόλυντο, μόνο κάποιος πού θά εἶχε δείξει ἰδιαίτερη, ξεχωριστή καί μεγαλειώδη ἔφεση πρός τόν Θεό, πού θά εἶχε ἀποκτήσει τέτοιο θεῖο ἔρωτα, ὅσο κανένα ἄλλο δημιούργημα, θά μποροῦσε νά δεχθεῖ αὐτήν τήν ἀκατάληπτη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ χωρίς ἀμφιβολίες. Ἡ ἁγία Παρθένος δέχτηκε μέ ταπείνωση καί ἁπλότητα τόν ἔπαινο τοῦ Γαβριήλ καί τό μήνυμα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, γιατί ἦταν αὑτή ἡ μόνη πρόσφορη γιά τήν ὑψηλή τιμή καί ἀποστολή πού τῆς ἔδινε ὁ Θεός27.

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ὁ κεντρικός καί ἐνεργητικός ρόλος της στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Προετοίμασε τόν ἑαυτό της μέ τόν πανάγιο βίο της ἔτσι ὥστε νά ἑλκύσει τόν Θεό ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ. Ἡ Ἀειπάρθενος Μαρία δέν ἦταν ἡ καλύτερη γυναῖκα στήν γῆ, οὔτε ἄπλα ἡ καλύτερη γυναῖκα ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἀλλά ἦταν ἡ μοναδική πού θά κατέβαζε τόν οὐρανό στήν γῆ, θά ἔκανε τόν Θεό ἄνθρωπο. «Μόνη γάρ Θεοῦ καί παντός ἀνθρωπείου γένους στάσα μεταξύ, τόν μέν Θεόν ἐποίησεν υἱόν ἀνθρώπου, υἱούς δέ Θεοῦ τούς ἀνθρώπους ἀπειργάσατο, τήν γῆν οὐρανώσασα καί τό γένος θεώσασα»28.

Ἄν εἶχε διαπράξει ἁμαρτίες -ἔστω καί μόνο μέ τόν λογισμό- ἡ Παρθένος πρίν ἀπό τόν Εὐαγγελισμό, πῶς θά μποροῦσε νά ἔλθει, νά σαρκωθεῖ, νά ἑνωθεῖ ὁ Ἀγαθός, ὁ Ἅγιος Θεός μέ κάτι πού δέν θά ἦταν ἀγαθό καί ἅγιο, ἄλλα θά εἶχε πεῖρα τῆς ἁμαρτίας; Ἡ θεοχώρητος Παρθένος ἔζησε ἐπί γῆς σάν νά μήν εἶχε σχέση μέ τήν ἁμαρτία πού εἶχε διαπραχθεῖ στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας τήν παρομοιάζει μέ τήν κιβωτό τοῦ Νῶε, πού ἔλαβε μέρος καί μάλιστα σωστικό κατά τόν Κατακλυσμό, ἀλλά δέν εἶχε καμμία σχέση μέ τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε29.

Ἡ Παρθένος γεννημένη ἀπό ἀνθρώπους -τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα- ἦταν κληρονόμος καί φορέας τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, στίς συνέπειες του, τήν θνητότητα, τά ἀδιάβλητα πάθη30· παίρνοντας ἀπό τόν Θεό τόση βοήθεια, ὅση ἔδωσε ὁ Θεός καί σέ ὅλους τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἔζησε ἀναμάρτητα, πρό τοῦ τόκου. Ἀπό αὐτό τό ἀναμάρτητο σῶμα καί τήν ἀναμάρτητη ψυχή, τόν ἑνιαῖο δηλαδή ἀναμάρτητο ἄνθρωπο, πῆρε ὅ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀναμάρτητο σῶμα καί ἀναμάρτητη ψυχή καί ἔγινε ἄνθρωπος, μόνος Αὐτός μέ ἄσπιλη σύλληψη.

Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο «φύσει ἀναμάρτητον καί θελήσει αὐτεξούσιον»31. Λόγῳ κακῆς χρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου εἰσῆλθε ἡ ἁμαρτία στόν ἄνθρωπο καί τόν κυρίευσε. Κατά τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα ὁ Κύριος γνώριζε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τοῦ προσφέρει καθαρή καί ἁγνή τήν ἀνθρώπινη φύσῃ -ὅπως τότε πού τήν πρωτοδημιούργησε- γιά νά πάρει ἀπό αὐτήν τήν Μητέρα Του32. Ὁ Θεός περίμενε νά δημιουργηθεῖ «ἡ μόνη Ἁγνή καί Ἄχραντος Παρθένος», γιά νά ἐκπληρώσει τήν πρό καταβολῆς κόσμου οἰκονομία Του. Δέν μεταβάλλει τά σχέδια Του, δέν ἀναιρεῖ τά δημιουργήματα Του, γιατί αὐτό θά ἔδειχνε ὅτι κάτι δέν «ἐποίησε λίαν καλά»33.

Βέβαια καί ὁ τοκετός τῆς Θεοτόκου ἦταν ἀναμάρτητος, ἀφοῦ ἦταν ὑπερφυσικός, «ἄνευ ὠδίνων». Ἄλλα καί μετά τόν τόκο της ἔζησε ἀναμάρτητα, ἀφοῦ μάλιστα ἐνοίκησε σέ αὐτήν «πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς»34. Ἀπό τήν στιγμή τῆς «ἐπισκιάσεως τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου»33, δηλαδή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τόν Εὐαγγελισμό, ἡ Παναγία Παρθένος λαμβάνει μία συνεχῆ αὔξηση ἁγιασμοῦ, ἡ ὁποία δέν σταματᾷ, δέν διακόπτεται. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς γράφει: «Ἁγία μέν γάρ εἰ σύ, φησί, καί κεχαριτωμένη, Παρθένε· Πνεῦμα δέ πάλιν Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ δι’ ἁγιασμοῦ προσθήκης ὑψηλοτέρας ἐτοίμαζον καί προκατάρτιζον τήν ἐν σοι θεουργίαν»36. Στοιχῶντας στόν Παλαμᾶ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ θεωρεῖ ὅτι κατά τήν στιγμή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔχουμε γιά τήν Παρθένο «πρόωρη Πεντηκοστή». Κατά τόν Εὐαγγελισμό δηλαδή συμβαίνει στήν Παρθένο ἡ κάθαρση πού λέγουν οἱ Πατέρες38, ὄχι κάθαρση ἀπό προσωπικά ἁμαρτήματα πού δέν ὑπῆρχαν, ἀλλά «προσθήκη χαρίτων»39.

Ὅσοι δέν ἀποδέχονται τήν ἀναμαρτησία τῆς Θεοτόκου προσπαθοῦν νά στηρίξουν τήν ἄποψη τούς σέ ὁρισμένα ἁγιογραφικά χωρία καί περιστατικά, πού δυστυχῶς τα παρερμηνεύουν. Ἔτσι κατά τόν γάμο στήν Κανά τῆς Γαλιλαίας40 ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Θεοτόκος «ἐκινήθη “ἐκ τῆς ἀσθενείας τῆς κενοδοξίας”», ἐπειδή «ἠνώχλησεν ἀκαίρως τον Κύριον ὅταν ἀρχικά ἀρνήθηκε ὁ Χριστός νά κάνει τό θαῦμα καθώς τον προέτρεπε ἡ Μητέρα Του»41. Ἄλλα νομίζουμε ὅτι ἐδῶ ἀκριβῶς φανερώνεται τό μέγεθος τῆς παρρησίας τῆς Θεοτόκου, γιατί ὁ Χριστός παρά τήν ἀρχική Του ἄρνηση ὑπήκουσε στήν Παναγία καί ἔκανε τό θαύμα42. Κάτι παρόμοιο συνέβη στό σχετικό θαῦμα μέ μία ἀπό τίς ἑπτά θαυματουργές εἰκόνες πού φυλάσσονται στήν Μονή μας, τήν Παναγία τήν Παραμυθία43. Γιά τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός μιλοῦσε στά πλήθη, ἐνῶ ἡ Μητέρα Του καί οἱ νομιζόμενοι ἀδελφοί Του ἤθελαν νά τοῦ μιλήσουν καί εἶπε ὁ Χριστός, ὅτι «ὅστις ἄν ποίησῃ τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μοῦ ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ ἐστίν»44, ὑποστηρίχθηκε ὅτι μέ τήν ἀπάντηση του ὁ Κύριος «κατήσχυνεν ἤρεμα τόν φιλόδοξον αὐτῆς σκοπόν καί τό τυραννικόν πάθος τῆς κενοδοξίας ἀπήλασεν»45. Ὁ Χριστός ὅμως ἐδῶ, ὅπως καί σέ ὅλες τίς δημόσιες ἐμφανίσεις Του, δέν δείχνει ὁποιαδήποτε συναισθηματική προσκόλληση πρός τήν Μητέρα Του, γι’ αὐτό ἐξάλλου καί στά εὐαγγέλια δέν φαίνεται ποτέ νά τήν ἀποκάλεσε «Μητέρα». Γιατί, ὁποῖος δέν ἔχει βιώσει τήν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἀγάπη, μπορεῖ νά παρερμηνεύσει αὐτήν ὡς συναισθηματική. Ὑπάρχει ὅμως τεράστια διαφορά μεταξύ τῶν δύο εἰδῶν ἀγάπης· ὅση ἡ διαφορά μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Ἐπίσης ὁ Χριστός δέν ἤθελε νά ἔχει ὡς μαρτυρία γιά τό ἔργο Του, τήν Μητέρα Του, γιατί, ἀφοῦ ἀπευθυνόταν κυρίως στούς ἀπίστους και σκληροτράχηλους Ἰουδαίους, ἡ μαρτυρία της θά ἦταν ὕποπτη. Κάτι τέτοιο προβάλλει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὅταν ἐξηγεῖ, γιατί οἱ εὐαγγελιστές δέν ἀνέφεραν ρητῶς ὅτι ὁ ἀναστάς Χριστός ἐμφανίσθηκε πρῶτα στήν Παναγία Μητέρα Του46.

Ἰσχυρίζονται ἀκόμη κατά τήν σταύρωση τοῦ Χρίστου ὅτι «ἡ ρομφαία πού διῆλθε»47 τήν καρδία τῆς Θεοτόκου ὀφειλόταν στήν ἀπιστία της καί ὅτι σκανδαλίσθηκε καί κλονίσθηκε μέ τόν ἀτιμωτικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ48. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης ὅμως γράφει: «Ἡμεῖς δέν φθάνομεν εἰς τό πλήρωμα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καί διά τοῦτο δέν δυνάμεθα νά ἐννοήσωμεν πλήρως το βάθος τῆς θλίψεως αὐτῆς. Ἡ ἀγάπη αὐτῆς ἦτο τελεία. Ἠγάπα ἀπείρως τον Θεόν καί Υἱόν αὐτῆς, ἄλλ’ ἠγάπα καί τόν λαόν ἀγάπη μεγάλη. Καί τί ἠσθάνετο ἄραγε, ὅτε ἐκεῖνοι, τούς ὁποίους αὕτη τοσοῦτον ἠγάπα καί τῶν ὁποίων τήν σωτηρίαν ἐπόθει ἕως τέλους, ἐσταύρουν τόν ἠγαπημένον Υἱόν αὐτῆς; Δέν δυνάμεθα νά συλλάβωμεν τοῦτο, διότι ὀλίγη εἶναι ἡ ἀγάπη ἡμῶν διά τόν Θεόν καί τούς ἀνθρώπους»49.

Βέβαια γιά νά φανεῖ ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦταν ἄνθρωπος καί ὄχι θεᾶ, γιατί ὁ Νεστόριος καί ἄλλοι αἱρετικοί ἔλεγαν, «ὑπό ἀνθρώπου δέ Θεόν τεχθῆναι ἀδύνατον»50, ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς διέσωσε τό περιστατικό κατά τό ὅποιο ἡ Παναγία, ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, δέν γνώριζε ποῦ ἦταν τό παιδί της, ὁ Χριστός, καί τόν ἔψαχνε μαζί μέ τόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα ἐπί τρεῖς ἤμερες51. Τοῦτο ὅμως φανερώνει ἕνα ἀναμάρτητο σφάλμα καί ὅτι δέν εἶχε την ἐπί γῆς παγγνωσία, ἀφοῦ ἦταν ἄνθρωπος”.

Ἡ Θεοτόκος δέν εἶχε οὔτε συγγνωστά ἁμαρτήματα. Εἶχε τέλεια ἀναμαρτησία σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τά ἔργα, τούς λόγους καί τήν κατά διάνοια ἀμαρτία53. Αὐτό πραγματοποιήθηκε, γιατί ἀπό τήν γέννηση ὡς τήν κοίμησή της εἶχε ἀδιάλειπτη καί αἰσθητή κοινωνία μέ τήν θεία Χάρη. «Ὁλόκληρη ἡ ζωή της ὑπῆρξε μία ἀδιάκοπη ὑπέρβαση τῆς κλίσεως πρός τό κακό, μία διαρκῆς πορεία ἀνόδου καί προόδου στήν ἀρετή. Ἡ Παναγία μέ τόν ἅγιο βίο της ὑπερέβη τό στάδιο τῆς ἀσκήσεως καί τῆς καθάρσεως»54. Ὁ ἅγιος Σιλουανός γράφει ἀποκαλυπτικά: «Ἡ Θεομήτωρ οὐδέποτε ἀπώλεσε τήν Χάριν», γι’ αὐτό «οὐδέποτε ἡμάρτησεν, οὐδέ διά λογισμοῦ»55.

Ὁ τρόπος θεωρήσεως τοῦ ἄνθρωπου, ἡ μαρτυρία καί ἡ ὁμολογία του γιά τό πρόσωπο καί τήν ἀναμαρτησία τῆς Κυρίας Θεοτόκου φανερώνουν καί τήν ἐσωτερική πνευματική του κατάσταση. Βέβαια οἱ Προτεστάντες καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί στέκουν στά δύο ἄκρα τῆς ὑποτιμήσεως καί ὑπερτιμήσεως τοῦ προσώπου τῆς Παναγίας ἀντίστοιχα. Ὅμως καί μέσα στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας οἱ ἠθικιστές ἀπό τήν μιά καί οἱ νοησιαρχικοί ἀπό τήν ἄλλη ἔχουν σίγουρα λανθασμένη ἀντίληψη γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, γιατί δέν στηρίζονται στήν ἐμπειρική, ὑπαρξιακή κοινωνία μαζί της56. Οἱ ἠθικιστές ἀποδέχονται τήν σωματική παρθενία τῆς Θεοτόκου, ὄχι ὅμως καί τήν πνευματική, γιατί πάντοτε μένουν στά «ἔξωθεν τοῦ ποτηριοῦ»57. Οἱ νοησιαρχικοί δέν πιστεύουν στήν ἀναμαρτησία τῆς Παναγίας, γιατί δέν μπορεῖ νά τό ἀποδεχθεῖ αὐτό ἡ εὐφυέστατη μέν καί ὀξυδερκής, πεπερασμένη δέ καί ἀφώτιστη διάνοια τους. Ὁ μακάριος Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, αὐτός ὁ ἐμπειρικός θεολόγος, θεόπτης και κατ’ ἐμέ ὁ μεγαλύτερος θεολόγος τοῦ 20ου αἰῶνα, ὁμολογεῖ: «Οὐδείς τῶν ἀνθρώπων ὑπῆρξεν ἄνευ ἁμαρτίας, ἐκτός τῆς Ὑπεραγίας Παρθένου Μαρίας»58, «δι’ αὐτῆς δέ καί χάριν αὐτῆς ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου εἰσῆλθεν εἰς νέαν τροχιάν, ἀσυγκρίτως μεγαλειωδεστέραν παντός ὅ,τι ὑπῆρχε πρός αὐτῆς»59. Ἄν κάποιος θεωρεῖ ὅτι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα ἠθικό γεγονός60 καί ὄχι μία ὀντολογική κατάσταση πῶς μπορεῖ νά διεισδύσει, νά ἐμβαθύνει στό μυστήριο τῆς Θεοτόκου;

Βέβαια «ἡ βαθύτερη ἐμπειρία τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου εἶναι κρυμμένη ἀπό ἐμᾶς καί κανείς ποτέ δέν εἶναι δυνατόν νά συμμερισθεῖ αὐτήν τήν μοναδική ἐμπειρία»61. Δέν μποροῦσε καί οὔτε μπορεῖ κάποιο δημιούργημα νά γίνει τελειότερο ἀπό αὐτήν, οὔτε ἡ ἴδια μποροῦσε νά γίνει τελειότερη ἀπ’ ὅτι εἶναι. Κατά τόν ἅγιο Αὐγουστῖνο «τρία δέν ἠδυνήθη νά κάμῃ τελειότερα ὁ Θεός, παρά πᾶσαν τήν παντοδυναμίαν Του. Τήν Σάρκωσιν, τήν Παρθένον καί τήν μακαριότητα τῶν δικαίων ἐν τῇ μελλούσῃ ζωή»62.

Ἡ Παναγία μας μέσα στήν ὀρθόδοξη Λατρεία γιά τό «θεότευκτο, πνευματικό κάλλος της, τό ἀμήχανο καί ἀπερίγραπτο»63 τήν παναγιότητα, τήν ἀναμαρτησία της μεγαλύνεται μέ ὑπέροχους καί θεολογικωτάτους ὕμνους64, ἐγκωμιάζεται μέ ὑψηλούς, ἀποκαλυπτικούς καί δυσπρόσιτους στήν κοινή ἀνθρώπινη διάνοια λόγους65. Σέ Αὐτήν ἀπευθύνονται πύρινες προσευχές66. Δέν ἀποδίδουμε τήν ὀφειλόμενη τιμή πρός τήν Κυρία Θεοτόκο, ἄν ὁμολογοῦμε ὅτι ἦταν ἄπλα ἐνάρετη καί ἔζησε μέ ταπείνωση καί ὑπακοή καί δέν ὁμολογοῦμε τό ἀνώτερο· ὅτι ἔζησε ἀναμάρτητα. Δέν ζηλοτυπεῖ ὁ Χριστός, δέν ὑποβιβάζουμε τό πρόσωπο Του ὡς μοναδικό Δημιουργό καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου67 ἄν ὁμολογοῦμε ὅτι ἡ Παναγία Μητέρα Του εἶναι ἀναμάρτητη, ὄχι βέβαια κατά φύσει ἀλλά κατά προαίρεση. Χρειάζεται νά ἀποβληθεῖ ἡ φοβία πού προέρχεται ἀπό προτεσταντίζουσα ἐπιχειρηματολογία, ὅτι τιμῶντας το πρόσωπο τῆς Παναγίας τήν διαχωρίζουμε ἀπό τόν Χριστό, ἀπό τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως. Τιμή καί προσκύνηση πρός τήν Παναγία δέν σημαίνει ἀποδοχή τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Μαριολατρίας68. Ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν Θεοτόκο ὁμιλεῖ καί ἑρμηνεύει τήν ὀρθή θέση της μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ὁ πανάγιος βίος, ἡ ἀναμαρτησία τῆς Παρθένου, πού ἔγινε ἀφορμή γιά νά γίνει Θεοτόκος καί Θεομήτωρ ἐξηγοῦν αὐτήν τήν ἰδιαίτερη θέση Της, πού ὁμολογοῦμε ὅτι ἔχει μετά τόν Θεό καί πάνω ἀπό τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους. Μέ τήν ὑποστατική ἕνωση τῆς θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί τήν δημιουργία τῆς θεανθρωπίνης οἰκογενείας καί κοινωνίας, ἡ Παναγία γίνεται ἡ Μητέρα της καινής κτίσεως.

Ἡ Παναγία μας εἶναι τό «μεθόριον μεταξύ κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως», ἡ «μετά Θεόν θεός, ἡ τά δευτερεία τῆς Τριάδος ἔχουσα», ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξότερα ἀσύγκριτος τῶν Σεραφείμ», ἡ «ἁγία ἁγίων μείζων», αὐτή πού «δύναται πάντα ὅσα θέλει» καί μόνο σέ αὐτήν ὀφείλουμε «δουλική προσκύνηση, λατρευτική βέβαια πρός τόν Θεό καί τιμητική πρός τούς ἁγίους»69. Γι’ αὐτό, νομίζω, δέν θά εἴμαστε ἐκτός τοῦ πνεύματος τῶν ἁγίων Πατέρων μας, ἄν ἀπευθύνουμε τό ἐφύμνιο πρός τήν Παναγία μας: «Χαῖρε, ἀναμάρτητε Θεόνυμφε Δέσποινα». Ἀμήν.

Κοινοποιείστε το:

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on pinterest
Pinterest
Share on skype
Skype
Share on whatsapp
WhatsApp
Share on email
Email
Share on print
Print